βουλευτήριον

βουλ-ευτήριον, τό,
A council-chamber, seat of a βουλή, Hdt.1.170, A.Eu.570,684, E.Andr.1097, And.1.36, D.18.169, Pl.Grg.452e, Michel1203 ([place name] Iasos), etc.; = Lat. curia, Plu.Cic.31, Hdn.5.5.7.
II Council, Senate, D.H.2.12; of local βουλαί, PLond. 2.408.14 (iv A. D.), etc.; of individuals, δόλια βουλευτήρια treacherous counsellor, E.Andr.446; ῥυσὰ β. Theopomp. Com. 75 (paratrag.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βουλευτήριον — council chamber neut nom/voc/acc sg βουλευτήριος giving advice masc/fem acc sg βουλευτήριος giving advice neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βουλευτήριον, Γενικόν — Η πρώτη νομική ελληνική εξουσία που συστήθηκε στις 9 Απριλίου 1821 με θέσπισμα του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Το Γ.Β. απαρτιζόταν από τους Ν. Υψηλάντη, Γ. Καντακουζηνό, Μ. Χρηστοφή, Χ. Περραιβό, Β. Καραβιά, Γ. Ολύμπιο, Καλαμαρά και ΑΘ. Τσακάλωφ, με… …   Dictionary of Greek

  • βουλευτηρίοις — βουλευτήριον council chamber neut dat pl βουλευτήριος giving advice masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλευτηρίου — βουλευτήριον council chamber neut gen sg βουλευτήριος giving advice masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλευτηρίων — βουλευτήριον council chamber neut gen pl βουλευτήριος giving advice masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλευτηρίῳ — βουλευτήριον council chamber neut dat sg βουλευτήριος giving advice masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουλευτήρια — βουλευτήριον council chamber neut nom/voc/acc pl βουλευτήριος giving advice neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ολυμπία — Αρχαίο θρησκευτικό κέντρο στη βορειοδυτική Πελοπόννησο, όπου υπήρχε περίφημο ιερό του Δία και όπου γεννήθηκαν και διεξάγονταν έως το 393 μ.Χ. οι Ολυμπιακοί αγώνες. Επί χίλια και πλέον χρόνια η Ο. υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από ένα ιερό: υπήρξε… …   Dictionary of Greek

  • Ολύμπια — Αρχαίο θρησκευτικό κέντρο στη βορειοδυτική Πελοπόννησο, όπου υπήρχε περίφημο ιερό του Δία και όπου γεννήθηκαν και διεξάγονταν έως το 393 μ.Χ. οι Ολυμπιακοί αγώνες. Επί χίλια και πλέον χρόνια η Ο. υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από ένα ιερό: υπήρξε… …   Dictionary of Greek

  • БУЛЕ —    • Βουλή,          совет. Уже у Гомера мы видим противоположение совета знатных и князей общему собранию войска (Il. 2). В аристократических государствах главы знатных фамилий, призванные к тому по выбору или по рождению, образовали совет, в… …   Реальный словарь классических древностей

  • Olynthus — For the butterfly genus, see Olynthus (butterfly). Ruins of ancient Olynthus. Olynthus (Ancient Greek: Όλυνθος, named for the olunthos, a fig which ripens early; the area abounded in figs) was an ancient city of Chalcidice, built mostly …   Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.